Η άρθρωση του Ωμου , διαθέτει το μεγαλύτερο εύρος κίνησης στο ανθρώπινο σώμα και για το λόγο αυτό συχνά παρουσιάζει τραυματισμούς και πόνο.

Ευαισθησία στον έναν ή και στους δύο ώμους παρουσιάζεται μετά από αθλητικές δραστηριότητες ή και μετά από καθημερινές εργασίες στο σπίτι η στην δουλειά.

Το άκουσμα διαγνώσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη , ασβεστοποίηση, δυσκαμψία, και αστάθεια κρύβουν μερικές από τις παθήσεις στην περιοχή του ώμου.

Ας δούμε όμως μερικές από τις αιτίες του πόνου.

Οι τένοντες του ώμου, υπερακάνθιος, υπακάνθιος, υποπλάτιος και μακρά κεφαλή του δικεφάλου παράγουν πόνο όταν φλεγμαίνουν λόγω τραυματισμού, μικρορήξεων ή εναπόθεσης κρυστάλλων ασβεστίου.Ερεθισμός του θυλάκου της αρθρωσης ή του υπακρωμιακου χώρου παρουσιάζεται συχνά και συνοδεύεται από έντονο πόνο και περιορισμό των κινήσεων.

Χρονία καταπόνηση από άρση βαρών μπορεί να οδηγήσει σε αρθριτικές αλλοιώσεις στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση με αποτέλεσμα, πόνο σε συγκεκριμένες κινήσεις, κυρίως απαγωγής και προσαγωγής του άκρου.

Χρόνιες φλεγμονές στην περιοχή μπορεί να οδηγήσουν σε ρήξη των τενόντων του ώμου με αποτέλεσμα εκτός από πόνο να παρουσιάζεται και αδυναμία στις κινήσεις του ώμου ή ακόμη και στην καλούμενη “ψευδοπαράλύση” του άνω άκρου.
Χαλάρωση των συνδέσμων που ρυθμίζουν τις κινήσεις τις άρθρωσης από μείζονα τραυματισμό ή από μικροτραυματισμούς οδηγεί σε αστάθεια και πρόσκρουση της βραχιονίου κεφαλής στο ακρώμιο ή στην ωμογλήνη.

Μια ενδιαφέρουσα πάθηση είναι η συμφυτική θυλακίτιδα του ώμου γνωστή ως “παγωμένος ώμος”.

Η κατάσταση αυτή πυροδοτείται από τραυματισμό του ώμου αλλά και από γενικότερα προβλήματα του οργανισμού όπως έμφραγμα, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, επεμβάσεις στον μαστό ή την μασχάλη αλλά και ψυχικά τραύματα.

Παρουσιάζει τρεις διακριτές φάσεις και συχνά είναι αυτοϊώμενη.

Δεν πρέπει να λησμονούμε όμως ότι πολλές φορές ο πόνος στον ώμο είναι αναφερόμενος από προβλήματα σε άλλες περιοχές, όπως ο αυχένας, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις προβλήματα στην καρδιά ή στα αγγεία της περιοχής αντανακλούν πόνο στον ώμο.

Ο γιατρός που θα κληθεί να εξετάσει τον ασθενή χρησιμοποιώντας ειδικά κλινικά τεστ και απεικονιστικές εξετάσεις θα θέσει την διάγνωση και θα βοηθήσει στην επιλογή της κατάλληλης θεραπείας, συντηρητικής ή χειρουργικής ανάλογα με το πρόβλημα του ασθενούς.